Ερμηνευτικό Λεξικό Νέας Ελληνικής (Α-Β-Γ Γυμνασίου)
back next
EΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ NΕΑΣ EΛΛΗΝΙΚΗΣ
A'- B'- Γ' ΓYMNAΣIOY

Π

παγ- → παν-
     πάγ- → παν-
   παγάκι → πάγος
  παγερά → πάγος
  παγερός → πάγος
          παγετός
      παγετώνας
   πάγια → πάγιος
          παγίδα
παγίδευση → παγίδα
παγιδεύω → παγίδα
   πάγιο → πάγιος
                πάγιος
      παγιώνω → πάγιος
         παγίως → πάγιος
      παγκάκι → πάγκος
                πάγκος
παγκόσμια → παγκόσμιος
      παγκοσμιοποίηση
             παγκόσμιος
     παγκόσμιος → παν-
παγκοσμίως → παγκόσμιος
              πάγκρεας
      παγκρήτιος → παν-
             παγόβουνο
                  πάγος
         πάγωμα → πάγος
      παγωμάρα → πάγος
        παγωνιά → πάγος
         παγώνω → πάγος
     παζάρεμα → παζάρι
     παζαρεύω → παζάρι
                παζάρι
               παθαίνω
      πάθημα → παθαίνω
      πάθηση → παθαίνω
   παθητικά → παθητικός
   παθητικό → παθητικός
              παθητικός
παθητικότητα → παθητικός
        παθιάζω → πάθος
             παθολογία
 παθολογικά → παθολογία
παθολογικός → παθολογία
  παθολόγος → παθολογία
                πάθος
    παθούσα → παθαίνω
      παθών → παθαίνω
        παιγνίδι → παίζω
    παίγνιο → σχ. παίζω
παιδαγωγικά → παιδαγωγός
παιδαγωγική → παιδαγωγός
παιδαγωγικός → παιδαγωγός
            παιδαγωγός
           παιδαριώδης
παιδαριωδώς → παιδαριώδης
               παιδεία
     παίδεμα → παιδεύω
              παιδεύω
                 παιδί
    παιδιάστικα → παιδί
    παιδιάστικος → παιδί
        παιδικός → παιδί
    παιδικότητα → παιδί
                παίζω
        παίκτης → παίζω
      παίκτρια → παίζω
     παίνεμα → παινεύω
               παινεύω
        παίξιμο → παίζω
                παίρνω
        παιχνίδι → παίζω
        παίχτης → παίζω
      παίχτρια → παίζω
            παλ- → παν-
            πάλ- → παν-
     παλαβά → παλαβός
*παλαβομάρα → παλαβωμάρα
               παλαβός
    παλάβωμα → παλαβός
  παλαβωμάρα → παλαβός
    παλαβώνω → παλαβός
       παλαιά → παλαιός
               παλαιός
   παλαιότητα → παλαιός
       παλαιστής → πάλη
      παλαίστρα → πάλη
      παλαίστρια → πάλη
     παλαιώνω → παλαιός
     παλαίωση → παλαιός
               παλάμη
         παλεύω → πάλη
                  πάλη
                  πάλι
         παλιά → παλιός
   παλικαράς → παλικάρι
               παλικάρι
  παλικαρίσια → παλικάρι
 παλικαρίσιος → παλικάρι
 παλικαρισμός → παλικάρι
 παλικαροσύνη → παλικάρι
          παλινδρόμηση
        παλινδρομικά → παλινδρόμηση
        παλινδρομικός → παλινδρόμηση
          παλινδρομώ → παλινδρόμηση
        παλιννόστηση → παλιννοστώ
      παλιννοστούντες → παλιννοστώ
             παλιννοστώ
                 παλιός
              παλίρροια
       παλιώνω → παλιός
       παλλαϊκός → παν-
  *παλληκάρι → παλικάρι
        πάλλω → παλμός
       παλμικά → παλμός
      παλμικός → παλμός
                παλμός
         παμ- → παν-
             πάμ- → παν-
     παμπάλαιος → παν-
      πάμπτωχος → παν-
παν → αντωνυμία - Λόγιες αντωνυμίες
                    παν
                   παν-
             πάν- → παν-
    παναγροτικός → παν-
               πανάκεια
      πανάκριβος → παν-
    πανάλαφρος → παν-
   πανανθρώπινος → παν-
         πανάξιος → παν-
      πανάρχαιος → παν-
    πανελλαδικός → παν-
     πανελλήνιος → παν-
     πανέμορφος → παν-
      πανέξυπνος → παν-
πανεπιστημιακός → πανεπιστήμιο
           πανεπιστήμιο
    πανεργατικός → παν-
      πανέτοιμος → παν-
   πανευρωπαϊκός → παν-
               πανηγύρι
  πανηγυρίζω → πανηγύρι
  πανηγυρικά → πανηγύρι
 πανηγυρικός → πανηγύρι
πανηγυρισμός → πανηγύρι
πανηγυριώτης → πανηγύρι
πανηγυριώτισσα → πανηγύρι
                   πανί
         πανιάζω → πανί
                 πανίδα
  πανικοβάλλω → πανικός
  πανικόβλητος → πανικός
                πανικός
          πάνινος → πανί
        πανόμοιος → παν-
              πανόραμα
 πανοραμικά → πανόραμα
πανοραμικός → πανόραμα
  πανουργία → πανούργος
              πανούργος
        πάνσοφος → παν-
 πανσπουδαστικός → παν-
        πάντα → μπάντα1
                  πάντα
               παντελής
    παντελώς → παντελής
   πάντοτε → πάντα
 παντοτινά → πάντα
 παντοτινός → πάντα
            παντού
παντρειά → παντρεύω
πάντρεμα → παντρεύω
          παντρεύω
            πάντως
      πάνω → επάνω
 πανωλεθρία → παν-
   παπαδιά → παπάς
             παπάς
             πάπας
    παπικός → πάπας
παπουτσής → παπούτσι
           παπούτσι
   *παππάς → παπάς
παππούλης → παππούς
           παππούς
      παρ’ → παρά1
  παρ’ όλο → παρόλο
  παρ’ ότι → παρότι
             παρά1
      παρά2 → παρά 1
             πάρα
             παρα-
     παρά- → παρα-
           παραβαίνω
             παραβάλλω
  παράβαση → παραβαίνω
 παραβάτης → παραβαίνω
παραβάτιδα → παραβαίνω
παραβατικός → παραβαίνω
      παραβατικότητα → παραβαίνω
 παραβάτις → παραβαίνω
παραβάτισσα → παραβαίνω
    παραβγαίνω → παρα-
             παραβιάζω
 παραβίαση → παραβιάζω
    παραβλέπω1 → παρα-
            παραβλέπω2
παράβλεψη → παραβλέπω2
  παραβολή → παραβάλλω
 παραβρίσκομαι → σχ. παρευρίσκομαι
παραγγελία → παραγγέλλω
            παραγγέλλω
παράγγελμα → παραγγέλλω
παραγγέλνω → παραγγέλλω
    παραγίνομαι → παρα-
       παραγιός → παρα-
           παραγνωρίζω
         παραγνώριση → παραγνωρίζω
            παράγοντας
       παραγοντισμός → παράγοντας
     παραγοντοποίηση → παράγοντας
παραγραφή → παραγράφω2
            παράγραφος
    παραγράφω1 → παρα-
            παραγράφω2
           παράγω
    παραγωγή → παράγω
   παραγωγικά → παράγω
  παραγωγικός → παράγω
παραγωγικότητα → παράγω
    παράγωγο → παράγω
   παραγωγός → παράγω
   παράγωγος → παράγω
             παράδειγμα
 παραδειγματίζω → παράδειγμα
 παραδειγματικά → παράδειγμα
 παραδειγματικός → παράδειγμα
παραδειγματισμός → παράδειγμα
παραδεισένια → παράδεισος
παραδεισένιος → παράδεισος
             παράδεισος
           παραδεκτός → παραδέχομαι2
   παραδέχομαι1 → παρα-
           παραδέχομαι2
               παραδίδω
     παραδίνω1 → παρα-
   παραδίνω2 → παραδίδω
     παραδίπλα → παρα-
   παράδοση → παραδίδω
παραδοσιακά → παραδίδω
παραδοσιακός → παραδίδω
παραδοσιακώς → παραδίδω
  παραδοτέος → παραδίδω
παραδοχή → παραδέχομαι2
     παραείμαι → παρα-
   παραζεσταίνω → παρα-
  παραθαλάσσιος → παρα-
   παράθεση → παραθέτω
               παραθέτω
παραθυράκι → παράθυρο
               παράθυρο
παραίτηση → παραιτούμαι
            παραιτούμαι
              παρακαλώ
    παρακάμπτω → παρα-
  παρακίνηση → παρακινώ
 παρακινητής → παρακινώ
παρακινητικά → παρακινώ
παρακινητικός → παρακινώ
               παρακινώ
      παρακλάδι → παρα-
  παράκληση → παρακαλώ
παρακλητικά → παρακαλώ
παρακλητικός → παρακαλώ
      παρακμάζω → παρα-
        παρακμή → παρα-
    παρακμιακός → παρα-
   παρακοιμάμαι → παρα-
παρακολούθηση → παρακολουθώ
            παρακολουθώ
      παρακούω1 → παρα-
              παρακούω2
     παρακράτος → παρα-
       παράκτιος → παρα-
        παραλειπόμενα → παραλείπω
              παραλείπω
παραλείφθηκα → παραλείπω
  παράλειψη → παραλείπω
          παραλήρημα → παραληρώ
      παραληρηματικά → παραλήρημα
      παραληρηματικός → παραληρώ
              παραληρώ
         παραλήφθηκα → παραλαμβάνω
                παραλία
    παραλιακά → παραλία
   παραλιακός → παραλία
              παραλλαγή
 παραλλάζω → παραλλαγή
παραλλάσσω → παραλλαγή
 παράλληλα → παράλληλος
παραλληλίζω → παράλληλος
              παράλληλος
              παράλληλος
παραλλήλως → παράλληλος
       παράλογα → παρα-
  παραλογίζομαι → παρα-
   παραλογισμός → παρα-
      παράλογος → παρα-
   παράλυση → παραλύω
    παράλυτη → παραλύω
   παράλυτος → παραλύω
              παραλύω
   παραμεθόριος → παρα-
 παραμέληση → παραμελώ
             παραμελώ
     παραμένω1 → παρα-
             παραμένω2
             παράμερα
 παραμερίζω → παράμερα
  παράμερος → παράμερα
παραμετρικά → παράμετρος
         παραμετρικός → παράμετρος
            παράμετρος
            παραμικρός
 παραμιλητό → παραμιλώ2
      παραμιλώ1 → παρα-
             παραμιλώ2
    παραμονή1 → παραμένω2
             παραμονή2
  παραμορφώνω1 → παρα-
         παραμορφώνω2
        παραμόρφωση → παραμορφώνω2
 παραμορφωτικά → παραμορφώνω2
      παραμορφωτικός → παραμορφώνω2
              παραμύθι
     παρανόηση → παρα-
      παρανομία → παρα-
      παράνομος → παρα-
      παρανομώ → παρα-
       παρανοώ → παρα-
   παράξενα → παράξενος
 παραξενεύω → παράξενος
  παραξενιά → παράξενος
             παράξενος
  *παράξω → σχ. παράγω
  παραοικονομία → παρα-
    παραπαιδεία → παρα-
             παραπαίω
   παραπανίσιος → παρα-
      παραπάνω → παρα-
         παραπεμπτικό → παραπέμπω
        παραπεμπτικός → παραπέμπω
            παραπέμπω
παραπλάνηση → παραπλανώ
       παραπλανητικά → παραπλανώ
      παραπλανητικός → παραπλανώ
              παραπλανώ
      παραπλέω → παρα-
     παραπληρωματικός
    παραπλήσιος → παρα-
      παράπλους → παρα-
 παραποίηση → παραποιώ
              παραποιώ
 παραπομπή → παραπέμπω
παραπονετικά → παράπονο
παραπονετικός → παράπονο
παραπονιάρικα → παράπονο
       παραπονιάρικος → παράπονο
παραπονιέμαι → παράπονο
              παράπονο
παραπονούμαι → παράπονο
      παραπόρτι → παρα-
   παραποτάμιος → παρα-
   παραπόταμος → παρα-
             παράπτωμα
              παράρτημα
  παρασέρνω → παρασύρω
              παράσημο
     παρασημοφόρηση → παράσημο
       παρασημοφορώ → παράσημο
  παρασιτικά → παράσιτο
  παρασιτικός → παράσιτο
               παράσιτο
            παρασκευάζω
        παρασκεύασμα → παρασκευάζω
       παρασκευαστής → παρασκευάζω
      παρασκευαστικά → παρασκευάζω
     παρασκευαστικός → παρασκευάζω
      παρασκευάστρια → παρασκευάζω
παρασκευή → παρασκευάζω
        παρασκηνιακά → παρασκήνιο
       παρασκηνιακός → παρασκήνιο
             παρασκήνιο
 παράσταση → παριστάνω
παραστατικά → παριστάνω
παραστατικός → παριστάνω
     παραστατικότητα → παριστάνω
              παρασύρω
         παρατακτικός → παρατάσσω
  παράταξη → παρατάσσω
  παράταση → παρατείνω
             παρατάσσω
              παρατείνω
 παρατήρηση → παρατηρώ
παρατηρητήριο → παρατηρώ
 παρατηρητής → παρατηρώ
παρατηρητικά → παρατηρώ
παρατηρητικός → παρατηρώ
παρατηρήτρια → παρατηρώ
               παρατηρώ
 παρατίθεμαι → παραθέτω
      παρατυπία → παρα-
      παράτυπος → παρα-
       παρατυπώ → παρα-
                  παρατώ
   παραφορτώνω → παρα-
      παραφρονώ → παρα-
    παραφροσύνη → παρα-
      παράφρων → παρα-
      παραφωνία → παρα-
      παράφωνος → παρα-
παραχώρηση → παραχωρώ
        παραχωρητικά → παραχωρώ
        παραχωρητικός → παραχωρώ
              παραχωρώ
                  παρέα
     παρεΐστικα → παρέα
     παρεΐστικος → παρέα
παρεκκλησιαστικός → παρα-
              παρεκκλίνω
παρέκκλιση → παρεκκλίνω
παρέλαβα → παραλαμβάνω
  παρέλαση → παρελαύνω
              παρελαύνω
              παρέλευση
παρελήφθην → παραλαμβάνω
                παρελθόν
παρελθοντικός → παρελθόν
    παρελθών → παρελθόν
              παρεμβαίνω
             παρεμβάλλω
 παρέμβαση → παρεμβαίνω
παρεμβατικά → παρεμβαίνω
          παρεμβατικός → παρεμβαίνω
 παρεμβολή → παρεμβάλλω
             παρεμποδίζω
          παρεμπόδιση → παρεμποδίζω
           παρεμφερής
παρεμφερώς → παρεμφερής
             παρενέργεια
              παρένθεση
 παρενθετικά → παρένθεση
παρενθετικός → παρένθεση
παρενθετικώς → παρένθεση
 παρεξήγηση → παρεξηγώ
παρεξηγήσιμα → παρεξηγώ
παρεξηγήσιμος → παρεξηγώ
              παρεξηγώ
        πάρεργο → παρα-
          παρερμηνεία → παρερμηνεύω
      παρερμηνεύσιμα → παρερμηνεύω
      παρερμηνεύσιμος → παρερμηνεύω
            παρερμηνεύω
 παρέρχομαι → παρέλευση
          παρευρίσκομαι
                παρέχω
  παρήγορα → παρηγοριά
παρηγορητής → παρηγοριά
παρηγορητικά → παρηγοριά
        παρηγορητικός → παρηγοριά
παρηγορήτρια → παρηγοριά
              παρηγοριά
  παρηγόρια → παρηγοριά
  παρήγορος → παρηγοριά
  παρηγορώ → παρηγοριά
     παρθένα → παρθένος
    Παρθένος → παρθένος
              παρθένος
             παρίσταμαι
             παριστάνω
  παροδικός → πάροδος1
παροδικότητα → πάροδος1
             πάροδος1
             πάροδος2
              παροιμία
 παροιμιώδης → παροιμία
                 παρόλο
   παρόμοια → παρόμοιος
 παρομοιάζω → παρόμοιος
              παρόμοιος
  παρομοίως → παρόμοιος
 παρομοίωση → παρόμοιος
         παρόν → παρών
    παροντικός → παρών
                 παρότι
παρότρυνση → παροτρύνω
             παροτρύνω
       παρούσα → παρών
              παρουσία
   παρουσία → πρόθεση - Λέξεις με προθετική λειτουργία
 παρουσιάζω → παρουσία
 παρουσίαση → παρουσία
παρουσιαστής → παρουσία
παρουσιαστικό → παρουσία
παρουσιάστρια → παρουσία
     παροχέας → παρέχω
       παροχή → παρέχω
      πάροχος → παρέχω
                 παρών
    παρωνυχίδα → παρα-
        παρωχημένος
 πας → αντωνυμία - Λόγιες αντωνυμίες
 πασαλείβω → πασαλείφω
 πασάλειμμα → πασαλείφω
              πασαλείφω
      πασκίζω → πασχίζω
*πασσαλείφω → πασαλείφω
                 πασχίζω
                   πάσχω
                 πάταγος
    παταγώδης → πάταγος
    παταγωδώς → πάταγος
                   πατάτα
      πατατάκι → πατάτα
                  πατέρας
           πάτημα → πατώ
         πατήρ → πατέρας
           πατητά → πατώ
           πατητή → πατώ
           πατητός → πατώ
           πατρ- → πατρο-
         πατρι- → πατρο-
        πάτρια → πατέρας
 πατριαρχείο → πατριάρχης
              πατριάρχης
 πατριαρχία → πατριάρχης
πατριαρχικά → πατριάρχης
πατριαρχικός → πατριάρχης
                  πατρίδα
      πατρικά → πατέρας
       πατρικό → πατέρας
      πατρικός → πατέρας
       πάτριος → πατέρας
     πατριώτης → πατρίδα
    πατριωτικά → πατρίδα
   πατριωτικός → πατρίδα
  πατριωτισμός → πατρίδα
  πατριώτισσα → πατρίδα
           πατρο-
  πατροκτόνος → πατρο-
πατροπαράδοτος → πατρο-
   πατρότητα → πατέρας
    πατρώνυμο → πατρο-
               πατώ
              πάτωμα
         παύση → παύω
               παύω
      παχαίνω → πάχος
               πάχος
     παχουλός → πάχος
         παχύς → πάχος
        πάω → πηγαίνω
              πεδιάδα
      πεδινά → πεδιάδα
     πεδινός → πεδιάδα
               πεδίο
         πεζά → πεζός
             πεζή → πεζός
             πεζό → πεζός
πεζογράφημα → πεζογραφία
             πεζογραφία
πεζογραφικός → πεζογραφία
 πεζογράφος → πεζογραφία
   πεζοπόρος → σχ. πόρος
                  πεζός
                πεθαίνω
      πεθυμώ → επιθυμία
   πειθαρχία → πειθαρχώ
  πειθαρχικά → πειθαρχώ
  πειθαρχικός → πειθαρχώ
 πειθαρχικώς → πειθαρχώ
               πειθαρχώ
           πειθώ → πείθω
                  πείθω
                  πείνα
            πεινώ → πείνα
                  πείρα
     πείραγμα → πειράζω
      πειράζει → πειράζω
                πειράζω
    πειρακτικά → πειράζω
   πειρακτικός → πειράζω
                πείραμα
πειραματίζομαι → πείραμα
  πειραματικά → πείραμα
 πειραματικός → πείραμα
 πειραματισμός → πείραμα
          πειρασμός
  πειρατεία → πειρατής
              πειρατής
  πειρατικό → πειρατής
 πειρατικός → πειρατής
 πειραχτήρι → πειράζω
 πειραχτικά → πειράζω
πειραχτικός → πειράζω
               πείσμα
 πεισματάρης → πείσμα
πεισματάρικα → πείσμα
πεισματάρικος → πείσμα
  πεισματικά → πείσμα
 πεισματικός → πείσμα
     πειστικά → πείθω
     πειστικός → πείθω
  πειστικότητα → πείθω
     πέλαγο → πέλαγος
              πέλαγος
  πελάγωμα → πέλαγος
  πελαγώνω → πέλαγος
   πελατεία → πελάτης
πελατειακός → πελάτης
               πελάτης
  πελάτισσα → πελάτης
               πέλμα
             πελώριος
        πενθ- → πεντα-
        πένθ- → πεντα-
   πενθήμερος → πεντα-
     πένθιμα → πένθος
     πένθιμος → πένθος

πένθος
        πεντ- → πεντα-
        πέντ- → πεντα-
               πεντα-
       πεντά- → πεντα-
 πεντάγραμμο → πεντα-
  πεντάγωνος → πεντα-
    πενταετής → πεντα-
    πένταθλο → πεντα-
πεντακάθαρος → πεντα-
   πεντάλεπτο → πεντα-
   πενταμελής → πεντα-
πεντανόστιμος → πεντα-
       πεντο- → πεντα-
       πεντό- → πεντα-
    πεντόλιρο → πεντα-
 πεπειραμένος → πείρα
   πεπιεσμένος → πιέζω
                πέπλο
            πεποίθηση
      πεπτικός → πέψη
                    πέρα
                περαιτέρω
                   πέρας
         πέραση → περνώ
        πέρασμα → περνώ
     περασμένος → περνώ
      περαστικά → περνώ
      περαστικός → περνώ
       περατώνω → πέρας
       περάτωση → πέρας
   περήφανα → περήφανος
*περηφάνεια → περηφάνια
περηφανεύομαι → περήφανος
  περηφάνια → περήφανος
                περήφανος
  περί → πρόθεση - Λόγιες προθέσεις
                    περι-
              περί- → περι-
  περιβάλλον → περιβάλλω
περιβαλλοντικά → περιβάλλω
περιβαλλοντικός → περιβάλλω
                περιβάλλω
   περίβλημα → περιβάλλω
       περιβόητος → περι-
    περιβολή → περιβάλλω
              περίγραμμα
  περιγραφή → περιγράφω
περιγραφικά → περιγράφω
περιγραφικός → περιγράφω
περιγραφικώς → περιγράφω
               περιγράφω
     περιεκτικά → περιέχω
    περιεκτικός → περιέχω
περιεκτικότητα → περιέχω
    περίεργα → περιέργεια
               περιέργεια
   περίεργος → περιέργεια
  περιέργως → περιέργεια
   περιεχόμενο → περιέχω
                 περιέχω
      περιζήτητος → περι-
       περιήγηση → περι-
       περιηγητής → περι-
      περιηγούμαι → περι-
       *περιθάλπτω → σχ. περιθάλπω
               περιθάλπω
  περίθαλψη → περιθάλπω
 περιθωριακά → περιθώριο
περιθωριακός → περιθώριο
                περιθώριο
  περιθωριοποιώ → -ποιώ
      περικάρπιο → περι-
       περικλείνω → περι-
        περικλείω → περι-
     περικυκλώνω → περι-
             περιλαβαίνω
περιλαμβάνω → σχ. περιλαβαίνω
      περίλαμπρα → περι-
     περίλαμπρος → περι-
  περιληπτικά → περίληψη
 περιληπτικός → περίληψη
                περίληψη
                περιμένω
                περιοδεία
   περιοδεύω → περιοδεία
     περιοδικά → περίοδος
     περιοδικό → περίοδος
    περιοδικός → περίοδος
 περιοδικότητα → περίοδος
    περιοδικώς → περίοδος
                περίοδος
            περιορίζω
  περιορισμός → περιορίζω
 περιοριστικά → περιορίζω
περιοριστικός → περιορίζω
περιοριστικώς → περιορίζω
               περιουσία
περιουσιακός → περιουσία
                  περιοχή
 περιπατητής → περίπατος
περιπατητικοί → περίπατος
περιπατητικός → περίπατος
περιπατήτρια → περίπατος
               περίπατος
               περιπέτεια
περιπετειώδης → περιπέτεια
      περιπλάνηση → περι-
    περιπλανιέμαι → περι-
    περιπλανώμαι → περι-
               περιπλέκω
   περιπλοκή → περιπλέκω
  περίπλοκος → περιπλέκω
                 περίπου
               περίπτωση
περιπτωσιακά → περίπτωση
περιπτωσιακός → περίπτωση
   περίσσεια → περισσεύω
   περίσσεμα → περισσεύω
 περίσσευμα → περισσεύω
               περισσεύω
      περισσότερο → πολύ
     περισσότερος → πολύς
               περίσταση
περιστασιακά → περίσταση
περιστασιακός → περίσταση
              περιστατικό
     περιστοιχίζω → περι-
     περιστοίχιση → περι-
      περιστρέφω → περι-
      περιστροφή → περι-
     περιστροφικά → περι-
    περιστροφικός → περι-
                 περιττός
              περιφέρεια
περιφερειακά → περιφέρεια
περιφερειακή → περιφέρεια
περιφερειακό → περιφέρεια
         περιφερειακός → περιφέρεια
         περιφέρω → περι-
        περίφημα → περι-
        περίφημος → περι-
         περιφορά → περι-
        περίφραξη → περι-
           περίφραση
     περιφράσσω → περι-
περιφραστικά → περίφραση
        περιφραστικός → περίφραση
περιφρόνηση → περιφρονώ
        περιφρονητικά → περιφρονώ
       περιφρονητικός → περιφρονώ
             περιφρονώ
                 περνώ
   περπάτημα → περπατώ
   περπατησιά → περπατώ
                περπατώ
                  πέρσι
        περσινός → πέρσι
          πέρυσι → πέρσι
       περυσινός → πέρσι
         πέσιμο → πέφτω
        πέταγμα → πετώ1
      πετάγομαι → πετώ1
         πέταμα → πετώ1
        πεταχτά → πετώ1
        πεταχτός → πετώ1
        πετιέμαι → πετώ1
                  πέτρα
πετρελαϊκός → πετρέλαιο
              πετρέλαιο
πετρελαιοειδές → πετρέλαιο
        πέτρινος → πέτρα
               πέτρωμα
        πετρώνω → πέτρα
             πετυχαίνω
 πετυχημένα → πετυχαίνω
 πετυχημένος → πετυχαίνω
                 πετώ1
            πετώ2 → πετώ1
                πέφτω
              πέψη
    πηγάζω → πηγή
     πηγαία → πηγή
*πηγαιμός → πηγεμός
           πηγαίνω
    πηγαίος → πηγή
 πηγεμός → πηγαίνω
              πηγή
    πήδημα → πηδώ
   πηδηχτά → πηδώ
   πηδηχτός → πηδώ
              πηδώ
              πήζω
   πηκτικός → πήζω
 πηκτικότητα → πήζω
     πηκτός → πήζω
            πηνίο
        πήξη → πήζω
      πήξιμο → πήζω
      πηχτός → πήζω
                 πια
             πιάνω
    πιάσιμο → πιάνω
              πιέζω
       πίεση → πιέζω
   πιεστήριο → πιέζω
    πιεστικά → πιέζω
   πιεστικός → πιέζω
*πιθανά → σχ. πιθανός
   πιθανόν → πιθανός
             πιθανός
πιθανότητα → πιθανός
  πιθανώς → πιθανός
      πικρά → πικρός
      πίκρα → πικρός
  πικραίνω → πικρός
     πικρία → πικρός
    πικρίλα → πικρός
             πικρός
 πιλοτάρω → πιλότος
 πιλοτήριο → πιλότος
  πιλοτικά → πιλότος
 πιλοτικός → πιλότος
             πιλότος
         πίνακας
            πινακίδα
               πίνω
                πιο
       πιοτό → πίνω
      πισινά → πίσω
      πισινός → πίσω
    πιστά → πιστεύω
πιστευτός → πιστεύω
 Πιστεύω → πιστεύω
            πιστεύω
    πίστη → πιστεύω
   πιστός → πιστεύω
 πιστώνω → πίστωση
            πίστωση
 πιστωτής → πίστωση
πιστωτικά → πίστωση
πιστωτικός → πίστωση
πιστώτρια → πίστωση
               πίσω
               πλαγιά
        πλάγια → πλάι
      πλαγιάζω → πλάι
    πλαγιαστά → πλάι
   πλαγιαστός → πλάι
        πλάγιος → πλάι
       πλαγίως → πλάι
  πλαδαρά → πλαδαρός
 πλαδαρεύω → πλαδαρός
            πλαδαρός
πλαδαρότητα → πλαδαρός
                πλάθω
                 πλάι
        πλαϊνά → πλάι
        πλαϊνή → πλάι
        πλαϊνός → πλάι
          πλαίσιο
  πλαισίωμα → πλαίσιο
  πλαισιώνω → πλαίσιο
  πλαισίωση → πλαίσιο
              πλάκα
    πλακάκι → πλάκα
  πλάκωμα → πλακώνω
            πλακώνω
    πλανερά → πλάνη1
   πλανερός → πλάνη1
    πλανεύω → πλάνη1
             πλάνη1
             πλάνη2
            πλανήτης
πλανητικός → πλανήτης
    πλανίζω → πλάνη2
   πλάνισμα → πλάνη2
    πλάσιμο → πλάθω
             πλάσμα1
             πλάσμα2
πλασματικά → πλάσμα1
πλασματικός → πλάσμα1
     πλάσσω → πλάθω
    Πλάστης → πλάθω
    πλάστης → πλάθω
 -πλάστης → σχ. πλάθω
            πλαστικό
πλαστικοποιώ → -ποιώ
  πλαστικός1 → πλάθω
πλαστικός2 → πλαστικό
πλαστικότητα → πλάθω
    πλαστογράφηση → πλαστογραφώ
     πλαστογραφία → πλαστογραφώ
     πλαστογράφος → πλαστογραφώ
        πλαστογραφώ
             πλαστός
   πλαταίνω → πλάτος
             πλατεία
             πλατειάζω
πλατειασμός → πλατειάζω
                   πλάτη
          πλατιά → πλάτος
                  πλάτος
  *πλατυάζω → πλατειάζω
          πλατύς → πλάτος
               πλατφόρμα
                  πλέγμα
                 πλειάδα
       Πλειάδες → πλειάδα
              πλειονότητα
      *πλειονοψηφία → σχ. πλειοψηφώ
 πλειοψηφία → πλειοψηφώ
πλειοψηφικά → πλειοψηφώ
πλειοψηφικός → πλειοψηφώ
               πλειοψηφώ
          πλειστηριασμός
          πλείστος
               πλεκτάνη
         πλεκτό → πλέκω
        πλεκτός → πλέκω
                  πλέκω
                  πλένω
           πλέξη → πλέκω
        πλέξιμο → πλέκω
                  πλέον
               πλεονάζω
  πλεόνασμα → πλεονάζω
 πλεονασμός → πλεονάζω
πλεοναστικά → πλεονάζω
πλεοναστικός → πλεονάζω
πλεοναστικώς → πλεονάζω
             πλεονέκτημα
              πλεονέκτης
πλεονεκτικός → πλεονέκτημα
πλεονέκτρια → πλεονέκτης
πλεονεκτώ → πλεονέκτημα
 πλεονεξία → πλεονέκτης
πλεονέχτρα → πλεονέκτης
                 πλευρά
      πλευρίζω → πλευρά
      πλευρικά → πλευρά
     πλευρικός → πλευρά
    πλεύρισμα → πλευρά
        πλευρό → πλευρά
        πλεύση → πλέω
         πλεχτό → πλέκω
       πλεχτός → πλέκω
                  πλέω
      πληγείς → πλήττω2
                 πληγή
      πληγιάζω → πληγή
      πλήγμα → πλήττω2
      πληγώνω → πληγή
     πληθαίνω → πλήθος
                πλήθος
            πληθυντικός
πληθυσμιακά → πληθυσμός
πληθυσμιακός → πληθυσμός
             πληθυσμός
               πληθώρα
   πληθωρικά → πληθώρα
  πληθωρικός → πληθώρα
           πληθωρισμός
         πληθωριστικά → πληθωρισμός
       πληθωριστικός → πληθωρισμός
    πληκτικά → πλήττω1
    πληκτικός → πλήττω1
                πλήκτρο
πληκτρολόγηση → πλήκτρο
 πληκτρολογώ → πλήκτρο
 πληκτρολογώ → πλήκτρο
              πλημμύρα
 πλημμυρίζω → πλημμύρα
πλημμύρισμα → πλημμύρα
   *πλημύρα → πλημμύρα
                  πλην
       πλήξη → πλήττω1
              πλήρης
     πληρότητα → πλήρης
πληροφόρηση → πληροφορώ
 πληροφορία → πληροφορώ
πληροφοριακά → πληροφορώ
        πληροφοριακός → πληροφορώ
             πληροφορική
πληροφορικός → πληροφορική
              πληροφορώ
                  πληρώ
     πληρωμή → πληρώνω
               πληρώνω
         πλήρως → πλήρης
    πληρωτέος → πληρώνω
               πλησιάζω
   πλησίασμα → πλησιάζω
   πλησιέστερα → πλησίον
  πλησιέστερος → πλησίον
                 πλησίον
                πλήττω1
                πλήττω2
                  πλοίο
                  πλοκή
       πλούσια → πλούτος
      πλούσιος → πλούτος
        πλούτη → πλούτος
      πλουτίζω → πλούτος
                 πλούτος
              πλουτώνιο
        πλύθηκα → πλένω
        πλυμένος → πλένω
       πλυντήριο → πλένω
           πλύση → πλένω
         πλύσιμο → πλένω
                  πλώρη
           πλωτός → πλέω
                  πνεύμα
    πνευματικά → πνεύμα
    πνευματικός → πνεύμα
   πνευματώδης → πνεύμα
          πνεύμονας
  πνευμόνι → πνεύμονας
 πνευμονία → πνεύμονας
πνευμονικός → πνεύμονας
                πνέω
       πνιγμός → πνίγω
                πνίγω
        πνίξιμο → πνίγω
           πνοή → πνέω
  ποδηλασία → ποδήλατο
  ποδηλάτης → ποδήλατο
 ποδηλατικός → ποδήλατο
ποδηλάτισσα → ποδήλατο
ποδηλατιστής → ποδήλατο
ποδηλατίστρια → ποδήλατο
             ποδήλατο
                πόδι
                ποδιά
 ποδοπάτημα → ποδοπατώ
             ποδοπατώ
       ποδοσφαιρικός → ποδόσφαιρο
     ποδοσφαιριστής → ποδόσφαιρο
    ποδοσφαιρίστρια → ποδόσφαιρο
           ποδόσφαιρο
                πόζα
        ποζάρω → πόζα
        ποζάτος → πόζα
       ποθητός → πόθος
                πόθος
          ποθώ → πόθος
       ποιανού → ποιος
               ποίημα
       ποίηση → ποίημα
       -ποίηση → -ποιώ
      ποιητής → ποίημα
     ποιητικά → ποίημα
    ποιητικός → ποίημα
     ποιήτρια → ποίημα
    ποικιλία → ποικίλος
     ποικίλλω → ποικίλος
                ποικίλος
  ποικιλότητα → ποικίλος
                  ποινή
         ποινικά → ποινή
    ποινικοποιώ → -ποιώ
        ποινικός → ποινή
                  ποιόν
                  ποιος
          -ποιός → -ποιώ
               ποιότητα
     ποιοτικά → ποιότητα
    ποιοτικός → ποιότητα
             ποιοτικώς → ποιότητα
                   ποιώ
                  -ποιώ
πολέμαρχος → σχ. πόλεμος
     πολεμικά → πόλεμος
     πολεμικός → πόλεμος
      πολέμιος → πόλεμος
    πολεμιστής → πόλεμος
   πολεμίστρια → πόλεμος
    πολεμοκάπηλος → σχ. πόλεμος
                πόλεμος
πολεμοφόδιο → σχ. πόλεμος
πολεμοχαρής → σχ. πόλεμος
       πολεμώ → πόλεμος
            πολεοδομία
πολεοδομικά → πολεοδομία
πολεοδομικός → πολεοδομία
 πολεοδόμος → πολεοδομία
                   πόλη
         πολικός → πόλος
     πολικότητα → πόλος
  πολιορκητής → πολιορκώ
πολιορκητικός → πολιορκώ
    πολιορκία → πολιορκώ
                πολιορκώ
                πολιτεία
   πολιτειακός → πολιτεία
               πολίτευμα
             πολιτεύομαι
 πολιτευτής → πολιτεύομαι
                 πολίτης
      πολιτικά → πολίτης
      πολιτική → πολίτης
    πολιτικοποιώ → -ποιώ
      πολιτικός → πολίτης
     πολιτικώς → πολίτης
 πολιτισμικά → πολιτισμός
 πολιτισμικός → πολιτισμός
               πολιτισμός
  πολιτιστικά → πολιτισμός
 πολιτιστικός → πολιτισμός
          πολλαπλασιάζω
 πολλαπλασιασμός → πολλαπλασιάζω
 πολλαπλασιαστέος → πολλαπλασιάζω
 πολλαπλασιαστής → πολλαπλασιάζω
 πολλαπλασιαστικά → πολλαπλασιάζω
 πολλαπλασιαστικός → πολλαπλασιάζω
 πολλαπλάσιο → πολλαπλασιάζω
 πολλαπλάσιος → πολλαπλασιάζω
               πολλαπλός
            πολλή → πολύς
            πολλοί → πολύς
                   πόλος
              πολύ → πολύς
                   πολυ-
             πολύ- → πολυ-
  πολυαγαπημένος → πολυ-
           πολυακόρεστος
      πολυαρέσει → πολυ-
     πολυάριθμος → πολυ-
     πολυάσχολος → πολυ-
       πολυγαμία → πολυ-
       πολύγαμος → πολυ-
     πολύγλωσσος → πολυ-
       πολύγωνος → πολυ-
     πολυδάπανος → πολυ-
 πολυδιαβασμένος → πολυ-
      πολυεθνικός → πολυ-
       πολυέλαιος → πολυ-
       πολυέξοδος → πολυ-
         πολυετής → πολυ-
        πολύζυγο → πολυ-
    πολυθεϊστικός → πολυ-
        πολυθέλω → πολυ-
       πολυθεσία → πολυ-
   πολυκατάστημα → πολυ-
     πολυκατοικία → πολυ-
      πολυκλινική → πολυ-
      πολυκοσμία → πολυ-
      πολύκροτος → πολυ-
       πολυλογία → πολυ-
       πολυμαθής → πολυ-
       πολυμελής → πολυ-
       πολυμερής → πολυ-
                πολυμέσα
  πολυμεσικός → πολυμέσα
        πολυμίξερ → πολυ-
*πολυόροφος → πολυώροφος
     πολύπλευρος → πολυ-
      πολυπληθής → πολυ-
πολύπλοκα → πολύπλοκος
           πολύπλοκος
     πολυπλοκότητα → πολύπλοκος
  πολυπόθητος → πολυ-
  πολυποίκιλος → πολυ-
 πολυπρόσωπος → πολυ-
                πολύς
   πολυσέλιδος → πολυ-
  πολύστροφος → πολυ-
  πολυσύλλαβος → πολυ-
  πολυσύνθετος → πολυ-
  πολυτάλαντος → πολυ-
  πολυτάραχος → πολυ-
    πολύτεκνος → πολυ-
πολυτέλεια → πολυτελής
            πολυτελής
 πολυτελώς → πολυτελής
            πολύτιμος
     πολύφωτο → πολυ-
   πολύχρονος → πολυ-
   πολύχρωμος → πολυ-
    πολυψάχνω → πολυ-
πολυώνυμο → πολυώνυμος
          πολυώνυμος
     πολύωρος → πολυ-
   πολυώροφος → πολυ-
     πολώνω → πόλωση
              πόλωση
   πολωτικά → πόλωση
   πολωτικός → πόλωση
     πομπεύω → πομπή
               πομπή
              πομπός
             πομπώδης
 πομπωδώς → πομπώδης
     πονηρά → πονηρός
   πονηράδα → πονηρός
   πονηρεύω → πονηρός
    πονηριά → πονηρός
             πονηρός
                πόνος
    ποντάρω → πόντος2
              ποντίκι
   ποντικίνα → ποντίκι
    ποντικός → ποντίκι
 ποντοπόρος → σχ. πόρος
              πόντος1
πόντος2
        πονώ → πόνος
              πορεία
  πορεύομαι → πορεία
πορθμείο → πορθμός
            πορθμός
            πόρισμα
              πόρος
              πόρτα
     πόσιμος → πίνω
               ποσό
        πόσο → πόσος
              πόσος
ποσοστιαίος → ποσοστό
            ποσοστό
           ποσότητα
ποσοτικά → ποσότητα
ποσοτικός → ποσότητα
             ποτάμι
ποταμίσιος → ποτάμι
   ποταμός → ποτάμι
               ποτέ
               πότε
   ποτήρι
πότης → πίνω

             ποτίζω
   πότισμα → ποτίζω
  ποτιστήρι → ποτίζω
 ποτιστικός → ποτίζω
        ποτό → πίνω
              που1
              που2
              που3
               πού
            πουθενά
   πούλημα → πουλώ
             πουλί
             πουλώ
πουπουλένιος → πούπουλο
           πούπουλο
            πράγμα
           πραγματεία → πραγματεύομαι
         πραγματεύομαι
         πραγμάτευση → πραγματεύομαι
             πράγματι → πραγματικότητα
          πραγματικά → πραγματικότητα
          πραγματικός → πραγματικότητα
        πραγματικότητα
 πραγματοποιώ → -ποιώ
            πραγματώνω
          πραγμάτωση → πραγματώνω
       πρακτικά → πράξη
       πρακτική → πράξη
       πρακτικό → πράξη
      πρακτικός → πράξη
  πρακτικότητα → πράξη
             πράκτορας
πρακτορείο → πράκτορας
πρακτόρευση → πράκτορας
πρακτορεύω → πράκτορας
πρακτόρισσα → πράκτορας
        πράμα → πράγμα
                 πράξη
           πραξικόπημα
      πραξικοπηματίας → πραξικόπημα
                 πράος
       πραότητα → πράος
   πρασινίζω → πράσινος
    πράσινο → πράσινος
   Πράσινοι → πράσινος
               πράσινος
         πράττω → πράξη
            πρεμιέρα
                 πρέπει
               πρεσβεία
    πρέσβειρα → πρεσβεία
   πρεσβευτής → πρεσβεία
              πρεσβεύω
     πρέσβης → πρεσβεία
     πρέσβυς → πρεσβεία
πρεσβυτέρα → πρεσβύτερος
πρεσβυτέριο → πρεσβύτερος
           πρεσβύτερος
                 πρήζω
       πρήξιμο → πρήζω
  *πρίγκηπας → πρίγκιπας
              πρίγκιπας
  πριγκιπάτο → πρίγκιπας
 πριγκιπέσσα → πρίγκιπας
 πριγκίπισσα → πρίγκιπας
                  πριν1
              πριν2 → πριν1
           πριν3 → πριν1
                 πρίσμα
    πρισματικά → πρίσμα
   πρισματικός → πρίσμα
   προ → πρόθεση - Λόγιες προθέσεις
                  προ-
            πρό- → προ-
      προαιώνιος → προ-
              προασπίζω
 προάσπιση → προασπίζω
  *προάστειο → προάστιο
        προάστιο → προ-
                  πρόβα
               προβαίνω
        προβάλλω → προ-
       προβάρω → πρόβα
προβλεπτικός → προβλέπω
               προβλέπω
   πρόβλεψη → προβλέπω
 προβλέψιμος → προβλέπω
               πρόβλημα
προβληματικά → πρόβλημα
προβληματικός → πρόβλημα
         προγενέστερα → προγενέστερος
          προγενέστερος
        πρόγευμα → προ-
        προγιαγιά → προ-
               πρόγνωση
προγνωστικά → πρόγνωση
προγνωστικός → πρόγνωση
     προγονή → προγονός
               προγονός
         πρόγονος → προ-
               πρόγονος
         προγούλι → προ-
              πρόγραμμα
       προγραμματίζω → πρόγραμμα
       προγραμματικά → πρόγραμμα
      προγραμματικός → πρόγραμμα
     προγραμματισμός → πρόγραμμα
     προγραμματιστής → πρόγραμμα
    προγραμματίστρια → πρόγραμμα
       προδιαγραφή → προδιαγράφω
         προδιαγράφω
           προδιάθεση
προδιαθέτω → προδιάθεση
       προδιατίθεμαι → προδιάθεση
             προδίδω
    προδίνω → προδίδω
   προδοσία → προδίδω
   προδότης → προδίδω
  προδοτικά → προδίδω
  προδοτικός → προδίδω
  προδότισσα → προδίδω
   προδότρα → προδίδω
  προδότρια → προδίδω
   προέβην → προβαίνω
 προέβλεψα → προβλέπω
 *προεδρεία → προεδρία
  προεδρείο → πρόεδρος
  προεδρεύω → πρόεδρος
  προεδρία → πρόεδρος
 προεδρικός → πρόεδρος
  προεδρίνα → πρόεδρος
            πρόεδρος
   προείδα → προβλέπω
      προειδοποίηση → προειδοποιώ
    προειδοποιητικά → προειδοποιώ
   προειδοποιητικός → προειδοποιώ
          προειδοποιώ
     προείχα → προέχω
           προέκταση
προεκτείνω → προέκταση
  προέκυψα → προκύπτω
 προέλαση → προελαύνω
           προελαύνω
προέλευση → προέρχομαι
             προεξέχω
προεξόφληση → προεξοφλώ
 προεξοφλητικά → προεξοφλώ
       προεξοφλητικός → προεξοφλώ
              προεξοφλώ
    προεξοχή → προεξέχω
             προέρχομαι
      προετοιμάζω → προ-
     προετοιμασία → προ-
        προέχει → προέχω
                 προέχω
             προηγούμαι
προηγούμενα → προηγούμαι
προηγουμένη → προηγούμαι
         προηγούμενος → προηγούμαι
         προηγουμένως → προηγούμαι
  προήλασα → προελαύνω
       προθάλαμος → προ-
             προθερμαίνω
          προθέρμανση → προθερμαίνω
               πρόθεση1
        πρόθεση2 → προτίθεμαι
           προθεσμία
προθεσμιακός → προθεσμία
   προθετικός → πρόθεση1
               πρόθημα
     πρόθυμα → πρόθυμος
    προθυμία → πρόθυμος
               πρόθυμος
    προθύμως → πρόθυμος
                προίκα
      προικίζω → προίκα
                προϊόν
             προΐσταμαι
προϊσταμένη → προΐσταμαι
         προϊστάμενος → προΐσταμαι
          προϊστορία
προϊστορικά → προϊστορία
προϊστορικός → προϊστορία
                προκαλώ
           προκαταβάλλω
           προκαταβολή → προκαταβάλλω
        προκαταβολικά → προκαταβάλλω
       προκαταβολικός → προκαταβάλλω
      προκαταλαμβάνω → προκατάληψη
            προκατάληψη
 προκαταρκτικά → προκαταρκτικός
          προκαταρκτικός
  προκατασκευασμένος → προ-
      προκατειλημμένα → προκατάληψη
     προκατειλημμένος → προκατάληψη
 προκείμενος → πρόκειται
 προκειμένου → πρόκειται
               πρόκειται
               πρόκειται
προκήρυξη → προκηρύσσω
             προκηρύσσω
    πρόκληση → προκαλώ
   προκλητικά → προκαλώ
  προκλητικός → προκαλώ
προκλητικότητα → προκαλώ
                προκόβω
      προκοπή → προκόβω
προκριματικά → προκρίνω
προκριματικοί → προκρίνω
προκριματικός → προκρίνω
               προκρίνω
    πρόκριση → προκρίνω
              προκυμαία
   προκύπτει → προκύπτω
              προκύπτω
             προλαβαίνω
προληπτικά → προλαβαίνω
προληπτικός → προλαβαίνω
  πρόληψη → προλαβαίνω
   προλογίζω → πρόλογος
   προλογικός → πρόλογος
               πρόλογος
  προμήθεια → προμηθεύω
προμηθευτής → προμηθεύω
  προμηθευτικός → προμηθεύω
προμηθεύτρια → προμηθεύω
              προμηθεύω
       προμηνύω → προ-
               πρόνοια
  προνομιακά → προνόμιο
 προνομιακός → προνόμιο
               προνόμιο
 προνομιούχος → προνόμιο
      προνοώ → πρόνοια
   προξενείο → πρόξενος
             προξενεύω
  προξενικός → πρόξενος
   προξενιό → προξενεύω
               πρόξενος
               προξενώ
  προοδευτικά → πρόοδος
  προοδευτικός → πρόοδος
    προοδεύω → πρόοδος
               πρόοδος
               προοίμιο
              προορίζω
  προορισμός → προορίζω
            προπαγάνδα
προπαγανδίζω → προπαγάνδα
προπαγανδιστικά → προπαγάνδα
προπαγανδιστικός → προπαγάνδα
             προπαντός
  προπάντων → προπαντός
      προπάππος → προ-
  προπαραλήγουσα → προ-
  προπαροξύτονος → προ-
         προπατορικός
       προπέρσι → προ-
       πρόπερσι → προ-
     προπερσινός → προ-
     προπέρσινος → προ-
      προπέρυσι → προ-
    προπληρώνω → προ-
               πρόποδες
    προπολεμικός → προ-
   προπόνηση → προπονώ
  προπονητής → προπονώ
  προπονήτρια → προπονώ
               προπονώ
   προπορεύομαι → προ-
          προπύλαια
               προπύργιο
      προπώληση → προ-
         προπωλώ → προ-
                    προς
         προσανατολίζω
προσανατολισμός → προσανατολίζω
προσαρμογή → προσαρμόζω
             προσαρμόζω
προσαρμοστικός → προσαρμόζω
προσαρμοστικότητα → προσαρμόζω
 προσάρτηση → προσαρτώ
               προσαρτώ
             προσαυξάνω
προσαύξηση → προσαυξάνω
              προσβάλλω
               πρόσβαση
 προσβάσιμος → πρόσβαση
       προσβεβλημένος → προσβάλλω
              προσβλέπω
προσβλητικά → προσβάλλω
προσβλητικός → προσβάλλω
  προσβολή → προσβάλλω
             προσγειώνω
προσγείωση → προσγειώνω
         προσδίδω
            προσδιορίζω
        προσδιορισμός → προσδιορίζω
       προσδιοριστικά → προσδιορίζω
      προσδιοριστικός → προσδιορίζω
  προσδοκία → προσδοκώ
 προσδόκιμος → προσδοκώ
              προσδοκώ
             προσεγγίζω
προσέγγιση → προσεγγίζω
        προσεγγιστικά → προσεγγίζω
       προσεγγιστικός → προσεγγίζω
      προσεισμός → προ-
   προσεκτικά → προσέχω
  προσεκτικός → προσέχω
προσέλαβα → προσλαμβάνω
προσέλευση → προσέρχομαι
         προσελήφθην → προσλαμβάνω
προσέλκυση → προσελκύω
             προσελκύω
           προσέρχομαι
              προσευχή
 προσεύχομαι → προσευχή
              προσεχής
   προσεχτικά → προσέχω
  προσεχτικός → προσέχω
               προσέχω
    προσεχώς → προσεχής
προσήλυτη → προσηλυτίζω
           προσηλυτίζω
       προσηλυτισμός → προσηλυτίζω
προσήλυτος → προσηλυτίζω
             προσηλώνω
προσήλωση → προσηλώνω
   πρόσθεση → προσθέτω
    πρόσθετα → προσθέτω
 προσθετέος → προσθέτω
   πρόσθετος → προσθέτω
              προσθέτω
   προσθήκη → προσθέτω
              προσιτός
πρόσκαιρα → πρόσκαιρος
             πρόσκαιρος
             προσκαλώ
       προσκεκλημένος → προσκαλώ
             προσκήνιο
προσκλήθηκα → προσκαλώ
 πρόσκληση → προσκαλώ
προσκλητήριο → προσκαλώ
            προσκομίζω
προσκόμιση → προσκομίζω
πρόσκρουση → προσκρούω
             προσκρούω
προσκύνημα → προσκυνώ
προσκύνηση → προσκυνώ
προσκυνητής → προσκυνώ
προσκυνήτρια → προσκυνώ
             προσκυνώ
           προσλαμβάνω
          προσλήφθηκα → προσλαμβάνω
πρόσληψη → προσλαμβάνω
             προσμένω
   προσμονή → προσμένω
               προσόν
     προσοχή → προσέχω
              πρόσοψη
 προσπάθεια → προσπαθώ
             προσπαθώ
            προσπέλαση
 προσπελάσιμος → προσπέλαση
προσπέραση → προσπερνώ
προσπέρασμα → προσπερνώ
             προσπερνώ
           προσποίηση → προσποιούμαι
           προσποιητά → προσποιούμαι
          προσποιητός → προσποιούμαι
           προσποιούμαι
              προσταγή
  πρόσταγμα → προσταγή
   προστάζω → προσταγή
 προστακτικά → προσταγή
 προστακτική → προσταγή
προστακτικός → προσταγή
 προστασία → προστατεύω
        προστατευτικά → προστατεύω
        προστατευτικός → προστατεύω
            προστατεύω
 προστάτης → προστατεύω
προστάτιδα → προστατεύω
προστάτισσα → προστατεύω
προστάτρια → προστατεύω
 προστίθεμαι → προσθέτω
           πρόστιμο
   πρόστυχα → πρόστυχος
  προστυχιά → πρόστυχος
              πρόστυχος
  πρόσφατα → πρόσφατος
              πρόσφατος
 προσφάτως → πρόσφατος
               προσφέρω
              προσφιλής
   προσφορά → προσφέρω
  πρόσφορος → προσφέρω
              πρόσφυγας
  προσφυγιά → πρόσφυγας
προσφυγικός → πρόσφυγας
προσφώνηση → προσφωνώ
              προσφωνώ
               πρόσχημα
προσχηματικά → πρόσχημα
προσχηματικός → πρόσχημα
προσχώρηση → προσχωρώ
              προσχωρώ
              προσωπείο
   προσωπικά → πρόσωπο
              προσωπικό
  προσωπικός → πρόσωπο
         προσωπικότητα
  προσωπικώς → πρόσωπο
               πρόσωπο
    προσωποποίηση
προσωποποιώ → προσωποποίηση
προσωρινά → προσωρινός
            προσωρινός
  προτάθηκα → προτείνω
             πρόταση1
   πρόταση2 → προτείνω
προτασιακός → πρόταση1
             προτείνω
   προτελευταίος → προ-
        προτεραιότητα
             πρότερος
            προτίθεμαι
   προτίμηση → προτιμώ
 προτιμητέος → προτιμώ
προτιμότερος → προτιμώ
              προτιμώ
               προτού
προτρεπτικά → προτρέπω
προτρεπτικός → προτρέπω
             προτρέπω
             προτρέχω
  προτροπή → προτρέπω
              πρότυπο
    πρότυπος → πρότυπο
     προϋπάρχω → προ-
    προϋπηρεσία → προ-
         προϋπόθεση
προϋποθέτω → προϋπόθεση
         προϋπολογίζω → προϋπολογισμός
   προϋπολογισμός → προ-
         προϋπολογισμός
        προϋποτίθεμαι → προϋπόθεση
               προφανής
    προφανώς → προφανής
 πρόφαση → προφασίζομαι
           προφασίζομαι
               προφέρω
   προφητεία → προφήτης
               προφήτης
   προφητικά → προφήτης
   προφητικός → προφήτης
                προφίλ
     προφορά → προφέρω
    προφορικά → προφέρω
   προφορικός → προφέρω
   προφορικώς → προφέρω
              προφταίνω
  προφτάνω → προφταίνω
  προφυλάγω → προφυλάω
            προφυλακίζω
          προφυλάκιση → προφυλακίζω
       προφυλακιστέος → προφυλακίζω
προφυλακτικό → προφυλάω
προφυλακτικός → προφυλάω
  προφύλαξη → προφυλάω
 προφυλάσσω → προφυλάω
              προφυλάω
    πρόχειρα → πρόχειρος
              πρόχειρος
προχειρότητα → πρόχειρος
          προχθές → προ-
          προχτές → προ-
               προχωρώ
   προώθηση → προωθώ
   προωθητικά → προωθώ
  προωθητικός → προωθώ
               προωθώ
      πρόωρα → πρόωρος
               πρόωρος
         πρύμη → πρύμνη
                πρύμνη
   πρυτανεία → πρύτανης
              πρύτανης
  πρυτανικός → πρύτανης
                 πρώην
         πρωθ- → πρωτο-
    πρωθιερέας → πρωτο-
  πρωθυπουργία → πρωθυπουργός
πρωθυπουργικός → πρωθυπουργός
          πρωθυπουργός
πρωθύστερο → πρωθύστερος
           πρωθύστερος
                  πρωί
               πρώιμος
     πρωινιάτικα → πρωί
    πρωινιάτικος → πρωί
         πρωινός → πρωί
         πρωινού → πρωί
         πρωτ- → πρωτο-
         πρωταγωνιστής
     πρωταγωνιστικός → πρωταγωνιστής
      πρωταγωνίστρια → πρωταγωνιστής
        πρωταγωνιστώ → πρωταγωνιστής
           πρωτάθλημα
          πρωταθλητής → πρωτάθλημα
      πρωταθλητισμός → πρωτάθλημα
        πρωταθλήτρια → πρωτάθλημα
            πρωταίτιος
πρωταρχικά → πρωταρχικός
           πρωταρχικός
   πρωτείο → πρωτεύω
  πρωτεύουσα → πρωτεύω
               πρωτεύω
    πρωτεύων → πρωτεύω
   πρώτιστα → πρώτιστος
             πρώτιστος
  πρωτίστως → πρώτιστος
                πρωτο-
        πρωτό- → πρωτο-
  πρωτοβάθμιος → πρωτο-
   πρωτοβλέπω → πρωτο-
          πρωτοβουλία
  πρωτοβρόχια → πρωτο-
πρωτόγονα → πρωτόγονος
           πρωτόγονος
     πρωτοετής → πρωτο-
        πρωτοκόλληση → πρωτόκολλο
           πρωτόκολλο
πρωτοκολλώ → πρωτόκολλο
πρωτοκυκλαδικός → πρωτο- 
πρωτόπλαστοι → πρωτο-
πρωτοπορία → πρωτοπόρος
        πρωτοποριακά → πρωτοπόρος
       πρωτοποριακός → πρωτοπόρος
           πρωτοπόρος
πρωτοπορώ → πρωτοπόρος
         πρωτοστάτης → πρωτοστατώ
          πρωτοστατώ
πρωτότοκη → πρωτότοκος
           πρωτότοκος
πρωτότυπα → πρωτότυπος
πρωτοτυπία → πρωτότυπος
πρωτότυπο → πρωτότυπος
           πρωτότυπος
πρωτοτυπώ → πρωτότυπος
          πρωτοφανής
πρωτοφανώς → πρωτοφανής
                πτέρυγα
               πτερύγιο
       πτερωτός → φτερό
                 πτηνό
                 πτήση
       πτητικός → πτήση
                  πτοώ
    πτυσσόμενος → πτυχή
                 πτυχή
     πτυχιακός → πτυχίο
                πτυχίο
     πτυχιούχος → πτυχίο
                 πτώμα
         πτώση → πέφτω
       πτωτικά → πέφτω
       πτωτικός → πέφτω
    πτώχευση → πτωχεύω
               πτωχεύω
              πυγμαχία
  πυγμαχικός → πυγμαχία
    πυγμάχος → πυγμαχία
    πυγμαχώ → πυγμαχία
                 πυγμή
               πυθμένας
    πυκνά → πυκνός
            πυκνός
  πυκνότητα → πυκνός
    πυκνώνω → πυκνός
    πύκνωση → πυκνός
          πυκνωτής
             πύλη
            πυξίδα
         πύο → πύον
             πύον
               πυρ
         πυρά → πυρ
         πυρακτώνω
πυράκτωση → πυρακτώνω
          πυραμίδα
πυρασφάλεια → σχ. πυρ
πυραυλικός → πύραυλος
             πύραυλος
              πύργος
             πυρετός
   πυρετώδης → πυρετός
   πυρετωδώς → πυρετός
             πυρήνας
   πυρηνικός → πυρήνας
    πυρίμαχος → σχ. πυρ
              πυρίτιο
             πυρκαγιά
   πυρκαϊά → πυρκαγιά
πυροβολικό → πυροβόλο
πυροβολισμός → πυροβόλο
             πυροβόλο
 πυροβολώ → πυροβόλο
πυροδότηση → πυροδοτώ
            πυροδοτώ
           πυρομαχικά
           πυρός → πυρ
πυρόσβεση → πυροσβέστης
      πυροσβεστήρας → πυροσβέστης
          πυροσβέστης
       Πυροσβεστική → πυροσβέστης
       πυροσβεστικός → πυροσβέστης
πυρπόληση → πυρπολώ
πυρπολητής → πυρπολώ
πυρπολικό → πυρπολώ
         πυρπολώ
     πυρώνω → πυρ
    πυώδης → πύον
   πώληση → πωλώ
   πωλητής → πωλώ
 πωλήτρια → πωλώ
           πωλώ
           πως
           πώς