Ερμηνευτικό Λεξικό Νέας Ελληνικής (Α-Β-Γ Γυμνασίου)
back next
EΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ NΕΑΣ EΛΛΗΝΙΚΗΣ
A'- B'- Γ' ΓYMNAΣIOY

Φ

φαγάδικο → σχ. φαγητό
       φαγανός → φαγητό
         φαγάς → φαγητό
                  φαγητό
     -φαγία → σχ. φαγητό
  φαγοπότι → σχ. φαγητό
     -φάγος → σχ. φαγητό
         φαγού → φαγητό
                φαγούρα
      φαγώθηκα → τρώγω
       φάγωμα → φαγητό
              φαγωμάρα
     φαγωμένος → τρώγω
     φαγώσιμα → φαγητό
    φαγώσιμος → φαγητό
           φαΐ → φαγητό
     φαίνεται → φαίνομαι
                φαίνομαι
 φαινομενικά → φαίνομαι
φαινομενικός → φαίνομαι
   φαινόμενο → φαίνομαι
     φακελάκι → φάκελος
    *φάκελλος → φάκελος
                 φάκελος
    φακέλωμα → φάκελος
    φακελώνω → φάκελος
                  φακός
    φανατίζω → φανατικός
    φανατικά → φανατικός
               φανατικός
  φανατισμός → φανατικός
        φανερά → φανερός
                 φανερός
     φανερώνω → φανερός
       φάνηκα → φαίνομαι
              φαντάζομαι
                φαντάζω
   φαντασία → φαντάζομαι
               φάντασμα
φαντασμένος → φαντάζομαι
 φανταστικά → φαντάζομαι
φανταστικός → φαντάζομαι
      φαρδαίνω → φαρδύς
         φαρδιά → φαρδύς
         φάρδος → φαρδύς
                  φαρδύς
    φαρμακείο → φάρμακο
    φαρμακερά → φαρμάκι
   φαρμακερός → φαρμάκι
 φαρμακευτικά → φάρμακο
 φαρμακευτική → φάρμακο
φαρμακευτικός → φάρμακο
                φαρμάκι
          φάρμακο
  φαρμακοποιός → -ποιώ
 φαρμακώνω → φαρμάκι
               φασαρία
φασαριόζικα → φασαρία
 φασαριόζος → φασαρία
                  φάση
              φασισμός
   φασίστας → φασισμός
  φασιστικά → φασισμός
 φασιστικός → φασισμός
 φασίστρια → φασισμός
                 φάσμα
   φασματικός → φάσμα
  φασματόγραμμα → σχ. φάσμα
φασματογράφημα → σχ. φάσμα
   φασματογράφος → σχ. φάσμα
   φασματοσκοπία → σχ. φάσμα
φασματοσκοπικός → σχ. φάσμα
  φασματοσκόπιο → σχ. φάσμα
        φεγγίζω → φέγγω
       φεγγίτης → φέγγω
         φέγγος → φέγγω
                 φέγγω
   φερέφωνο → σχ. φέρω
     φέρθηκα → φέρομαι
       φερμένος → φέρνω
    φέρνομαι → φέρομαι
                 φέρνω
     -φέρνω → σχ. φέρνω
    φέρομαι → φέρω
             φέρομαι
  φέρσιμο → φέρομαι
                φέρω
φερώνυμο → σχ. φέρω
     φετινός → φέτος
               φέτος
   φευγάτος → φεύγω
              φεύγω
                φήμη
   φημίζομαι → φήμη
              φθάνω
      φθάρηκα → φθείρω
       φθαρμένος → φθείρω
         φθαρτός → φθείρω
                     φθείρω
            φθηνά → φτηνός
        φθηναίνω → φτηνός
           φθήνια → φτηνός
           φθηνός → φτηνός
φθινοπωριάζει → φθινόπωρο
  φθινοπωριάτικος → φθινόπωρο
 φθινοπωρινός → φθινόπωρο
                 φθινόπωρο
                      φθίνω
                    φθόγγος
          φθονερά → φθονώ
         φθονερός → φθονώ
            φθόνος → φθονώ
                      φθονώ
           φθορά → φθείρω
                     φθόριο
        φθοριώνω → φθόριο
        φθορίωση → φθόριο
        φθοροποιός → -ποιώ
                      φιάλη
                φίλ- → φιλο-
          φίλαθλος → φιλο-
    *φιλαινάδα → φιλενάδα
         φιλαλήθης → φιλο-
      φιλάνθρωπος → φιλο-
        φιλάργυρος → φιλο-
       φιλειρηνικός → φιλο-
      φιλελεύθερος → φιλο-
        φιλέλληνας → φιλο-

  φιλενάδα → φίλος
φίλη → φίλος
              φίλημα → φιλί
                        φιλί
              φιλία → φίλος
             φιλικά → φίλος
            φιλικός → φίλος
                      φιλο-
    φιλόδοξα → φιλόδοξος
   φιλοδοξία → φιλόδοξος
                  φιλόδοξος
    φιλοδοξώ → φιλόδοξος
                  φιλολογία
  φιλολογικά → φιλολογία
 φιλολογικός → φιλολογία
   φιλόλογος → φιλολογία
        φιλομαθής → φιλο-
     φιλόξενα → φιλόξενος
    φιλοξενία → φιλόξενος
                  φιλόξενος
    φιλοξενώ → φιλόξενος
                       φίλος
                φιλοσοφία
 φιλοσοφικά → φιλοσοφία
φιλοσοφικός → φιλοσοφία
  φιλόσοφος → φιλοσοφία
   φιλοσοφώ → φιλοσοφία
      φιλότιμα → φιλότιμο
     φιλοτιμία → φιλότιμο
                   φιλότιμο
     φιλότιμος → φιλότιμο
      φιλοτιμώ → φιλότιμο
    φιλοχρήματος → φιλο-
               φιλώ → φιλί
                       φλέβα
          φλεβικός → φλέβα
        φλεβίτιδα → φλέβα
                  φλεγμονή
φλεγμονώδης → φλεγμονή
        φλέγομαι → φλόγα
           φλέγων → φλόγα
                     φλόγα
          φλογερά → φλόγα
        φλογερός → φλόγα
                     φλοιός
                    φλούδα
          φλούδι → φλούδα
          φοβάμαι → φόβος
        φοβερά → φοβερός
        φοβέρα → φοβερός
      φοβερίζω → φοβερός
                    φοβερός
 φοβητσιάρης → φόβος
φοβητσιάρικα → φόβος
        φοβίζω → φόβος
φοβισμένος → φοβάμαι
 φοβισμένος → φοβίζω
                 φόβος
    φοβούμαι → φόβος
              φοίνικας1
              φοίνικας2
 φοινικιά → φοίνικας1
      φοίτηση → φοιτώ
     φοιτητής → φοιτώ
    φοιτητικά → φοιτώ
   φοιτητικός → φοιτώ
    φοιτήτρια → φοιτώ
                 φοιτώ
       φονεύω → φόνος
        φονιάς → φόνος
        φονικό → φόνος
       φονικός → φόνος
      φόνισσα → φόνος
                 φόνος
                 φορά1
                 φόρα1
                 φορά2
                 φόρα2
        φορέας → φέρω
         φορείο → φέρω
        φόρεμα → φορώ
       φορεσιά → φορώ
       φορητός → φέρω
 φορολόγηση → φόρος
φορολογητέος → φόρος
   φορολογία → φόρος
  φορολογικά → φόρος
 φορολογικός → φόρος
   φορολογώ → φόρος
                 φόρος
     φορτίζω → φορτίο
                φορτίο
       φόρτος → φορτίο
    φόρτωμα → φορτίο
    φορτώνω → φορτίο
    φόρτωση → φορτίο
   φορτωτής → φορτίο
  φορτωτικά → φορτίο
  φορτωτική → φορτίο
 φορτωτικός → φορτίο
              φορώ
    φούντωμα → φουντώνω
               φουντώνω
    φούντωση → φουντώνω
   φουντωτός → φουντώνω
   φούσκωμα → φουσκώνω
               φουσκώνω
  φουσκωτός → φουσκώνω
         φούχτα → χούφτα
       φουχτώνω → χούφτα
      φρενάρισμα → φρένο
         φρενάρω → φρένο
                   φρένο
      φρεσκάδα → φρέσκος
      φρεσκάρω → φρέσκος
                 φρεσκο-
       φρεσκοαλεσμένος → φρεσκο-
     φρεσκοασπρισμένος → φρεσκο-
    φρεσκοδιατηρημένος → φρεσκο-
       φρεσκοζυμωμένος → φρεσκο-
   φρεσκοκατεψυγμένος → φρεσκο-
φρεσκοκομμένος → φρεσκο-
      φρεσκοκουρεμένος → φρεσκο-
       φρεσκολουσμένος → φρεσκο-
φρεσκοπλυμένος → φρεσκο-
                 φρέσκος
     φρεσκοσιδερωμένος → φρεσκο-
φρεσκοψημένος → φρεσκο-

φρίκη
            φρικτά → φρίκη
           φρικτός → φρίκη
            φρίττω → φρίκη
            φριχτά → φρίκη
           φριχτός → φρίκη
       φρόνιμα → φρόνιμος
    φρονιμάδα → φρόνιμος
    φρονιμεύω → φρόνιμος
                  φρόνιμος
                  φροντίδα
      φροντίζω → φροντίδα
  φροντισμένος → φροντίδα
φροντιστηριακά → φροντίδα
        φροντιστηριακός → φροντίδα
  φροντιστήριο → φροντίδα
    φροντιστής → φροντίδα
         φρουρά → φρουρώ
      φρούρηση → φρουρώ
        φρουρός → φρουρώ
                    φρουρώ
         φταίξιμο → φταίω
         φταίχτης → φταίω
         φταίχτρα → φταίω
                     φταίω
           φτάνω → φθάνω
       φτασμένος → φθάνω
     *φτειάχνω → φτιάχνω
                      φτερό
         φτερούγα → φτερό
         φτέρωμα → φτερό
         φτερωτός → φτερό
            φτηνά → φτηνός
        φτηναίνω → φτηνός
           φτήνια → φτηνός
       φτηνιάρης → φτηνός
     φτηνιάρικος → φτηνός
                     φτηνός
       φτιάξιμο → φτιάχνω
                   φτιάχνω
        φτιαχτά → φτιάχνω
       φτιαχτός → φτιάχνω
            φτυάρι
    φτυαριά → φτυάρι
   φτυαρίζω → φτυάρι
               φτύνω
     φτύσιμο → φτύνω
      φτυστός → φτύνω
      φτωχά → φτωχός
  φτωχαίνω → φτωχός
    φτώχεια → φτωχός
     φτωχιά → φτωχός
   *φτώχια → φτώχεια
    φτωχικά → φτωχός
    φτωχικό → φτωχός
   φτωχικός → φτωχός
              φτωχός
        φυγάς → φεύγω
         φυγή → φεύγω
          φυγόκεντρος
φυγοπονία → φυγόπονος
           φυγόπονος
     φυλάγω → φυλάω
    φύλακας → φυλάω
              φυλακή
  φυλακίζω → φυλακή
  φυλάκιση → φυλακή
     φυλακτό → φυλάω
      φύλαξη → φυλάω
    φυλάσσω → φυλάω
     φυλαχτό → φυλάω
               φυλάω
     φυλετικά1 → φυλή
     φυλετικά2 → φύλο
    φυλετικός1 → φυλή
    φυλετικός2 → φύλο
                 φυλή
                φύλλο
               φύλο
          φυλώ → φυλάω
                 φύρδην
         φυσάει → φυσώ
                   φύση
        φύσημα → φυσώ
          φυσικά → φύση
          φυσική → φύση
         φυσικός → φύση
     φυσικότητα → φύση
φυσιολάτρης → σχ. λατρεία
          φυσιολογικά → φυσιολογικός
           φυσιολογικός
                   φυσώ
          φύτεμα → φυτό
        φύτευση → φυτό
          φυτεύω → φυτό
         φυτικός → φυτό
                   φυτό
       φύτρα → φυτρώνω
    φύτρωμα → φυτρώνω
               φυτρώνω
  φχαριστώ → ευχαριστώ
                  φωλιά
       φωλιάζω → φωλιά
        φωνάζω → φωνή
       φωνακλάς → φωνή
       φωνακλού → φωνή
                   φωνή
       φωνητικά → φωνή
       φωνητική → φωνή
      φωνητικός → φωνή
               φως
           φωτεινά → φως
          φωτεινός → φως
       φωτεινότητα → φως
                   φωτιά
           φωτίζει → φως
            φωτίζω → φως
          φωτισμός → φως
         φωτιστικό → φως
        φωτιστικός → φως
         φωτογράφηση → φωτογραφία
             φωτογραφία
          φωτογραφίζω → φωτογραφία
          φωτογραφικά → φωτογραφία
         φωτογραφικός → φωτογραφία
          φωτογράφιση → φωτογραφία
φωτογράφος → φωτογραφία
φωτογραφώ → φωτογραφία